Μονόλογοι – Tomas

Σα θεατρικός μονόλογος σε απαθές και αδιάφορο ακροατήριο, με τα ίδια σκηνικά κάθε φορά, ηχούν καιρό τώρα οι καθημερινές προσπάθειες επικοινωνίας τους. Οι διαφορετικές συχνότητες μεταξύ πομπού και δέκτη αφήνουν τις λέξεις να αιωρούνται χαμένες στο τείχη του λαβύρινθού τους, δίχως να βρίσκουν τον προορισμό τους. Ένα συγκαταβατικό νεύμα, μια κοφτή και απότομη απάντηση, ένα χαμένο βλέμμα αρκούν για να επιβεβαιώσουν την έλλειψη ενδιαφέροντος για τα λεγόμενα του άλλου. Για τις σκέψεις του άλλου, για τους πόθους του άλλου, για τις πράξεις του άλλου. Έγινε έτσι ο καθένας τους ένας άλλος. Σα νέοι συγκάτοικοι, πρέπει μετά από πολλά χρόνια, να γνωριστούν, να συστηθούν και σιγά σιγά να προσαρμοστούν και να αποδεχθούν τη νέα τους καθημερινότητα, τη νέα τους ταυτότητα. Μα κάποιες φορές, φευγαλέες κινήσεις, αναπάντεχα αγγίγματα και  χαμόγελα έρχονται να ενεργοποιήσουν παλιές θύμησες. Σε μια στιγμιαία λάμψη, εμφανίζονται μπροστά τους σκηνές από ένα ξεχασμένο έργο. Ασπρόμαυρες αλλά γεμάτες με γέλια, ιδρωμένα κορμιά, παθιασμένα φιλιά και ανεμελιά. Αυτές οι στιγμές τους βρίσκουν απροετοίμαστους. Ξαφνιασμένοι προσπαθούν από κάπου να πιαστούν, θέλουν να γίνουν και πάλι πρωταγωνιστές σε εκείνο το έργο, έστω και χωρίς χρώμα. Προσπαθούν να διατηρήσουν τις εικόνες στο μυαλό τους που θα τους ενεργοποιήσουν πάλι. Θέλουν να αρπάξουν τον άλλο, να του πουν αυτό που ένιωσαν. Όμως ξεφτίζουν και χάνονται από μπροστά τους. Σαστισμένοι από αυτό που ένιωσαν, στέκονται ακίνητοι με ένα βλέμμα απλανές. Άμεσα επανέρχονται στην πραγματικότητα, στους νέους τους ρόλους. Και αυτό το βράδυ ο ένας θα βυθιστεί βαθιά και θα χαθεί αμέσως στην αγκαλιά του Μορφέα, δίνοντας τις μάχες του μόνο στα όνειρα του  και ο άλλος ξάγρυπνος όλη τη νύχτα θα πολεμήσει  μέχρι τελικής πτώσης  με τους δαίμονές του, ουτοπικά ελπίζοντας σε μια νίκη. Οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.