Μαρίνα Γιάννου – Σημείο μηδέν

Από μακριά η λίμνη του φαινόταν σαν παγωμένη. Πλησίασε. Δεν ήταν παγωμένη, ήταν απλά ακίνητη. «Σαν τη ζωή μου» σκέφτηκε. Σε έναν κόσμο που διαρκώς κινείται, αλλάζει, αυτός ένιωθε στάσιμος. Ίσως και να ήταν. Κοίταζε επίμονα το σημείο όπου το νερό συναντούσε τη στεριά. «Σημείο μηδέν. Η αρχή του τέλους» σκέφτηκε. «Εδώ που τελειώνει η στεριά και αρχίζει το νερό. Ή μήπως το αντίθετο; Εδώ που τελειώνει το νερό και αρχίζει η στεριά». Θυμήθηκε ένα παιχνίδι που έπαιζε μικρός στη γειτονιά του. Το αυγό έκανε την κότα ή η κότα το αυγό. Χαμογέλασε. Δεν του είχαν απομείνει πολλές μνήμες, είχαν σβηστεί οι περισσότερες. Δεν ήθελε να θυμάται. «Η μνήμη είναι κατάρα, ξέχασε τα όλα, προχώρα» του έλεγαν. Κι αυτός σιγά σιγά έσβηνε όλες τις εικόνες που τον έφερναν πίσω και προσπαθούσε να τις αντικαταστήσει με νέες…  Έκατσε κάτω, άπλωσε σιγά σιγά το χέρι του. Ήθελε να αγγίξει το σημείο μηδέν. Το σημείο που κάτι αρχίζει και κάτι τελειώνει ταυτόχρονα. Και τότε ξεπήδησαν στο μυαλό του όλα αυτά τα αν που τον καταδυνάστευαν σε όλη του τη ζωή. Αν… Αν… Αν… Μάζεψε το χέρι του. » Δεν ξέρω πως είναι να ολοκληρώνεις κάτι. Εγώ όλα μισά τα αφήνω. Είμαι  άνθρωπος μισός» μουρμούρισε και ξέσπασε σε λυγμούς. Ζεστά δάκρυα κύλησαν στα παγωμένα μάγουλα του και τα σημάδεψαν, σαν τα ρυάκια που κυλάνε από τα ψηλά βουνά και γεμίζουν τούτη τη λίμνη. Μόνο που αυτά ήταν παγωμένα, τα δάκρυα του ήταν ζεστά. Όλα ήταν ακόμα ακίνητα, σαν ο χρόνος να είχε σταματήσει. Σαν να ζούσε σε ένα σκηνικό. Μόνος, ανάμεσα σε χιλιάδες. Κοίταξε πάλι το σημείο μηδέν. Η αρχή του τέλους. Άπλωσε τα χέρια του ξανά. Τα γέμισε νερό και το έριξε στο πρόσωπο του. Ήταν τόσο παγωμένο που έσβησε μεμιάς τη φλόγα που είχαν ανάψει τα δάκρυα του. Ένιωσε ανακούφιση και πήρε άλλη μια χούφτα. Και τότε είδε τη λίμνη να κινείται, να ζωντανεύει, έναν απαλό κυματισμό που ταξίδευε μαλακά από την μία όχθη στην άλλη, που δημιουργήθηκε από μονάχα μια χούφτα νερό.