Πότε πρόλαβες να νιώσεις; – Tomas

Έρχεται η στιγμή εκείνη, που εμφανίζεται μπροστά σου αυτό που πραγματικά μέσα σου ποθούσες από καιρό. Σε βρίσκει απροετοίμαστο και ξυπνάει, σιγά σιγά αλλά σταθερά, την πλευρά σου εκείνη που είχες αφήσει να κοιμάται στα βάθη της λήθης σου. Βρίσκεσαι στο πιο βαθύ σημείο ενός ωκεανού, το κορμί σου συσπάται, ανοίγεις τα μάτια και κοιτάς ψηλά στην επιφάνεια της θάλασσας το φως του ήλιου που σε καλεί και πάλι μετά από πολύ καιρό. Κολυμπάς βιαστικά, αδέξια, αγχωμένος αλλά γεμάτος λαχτάρα να βρεθείς εκεί για να νιώσεις και πάλι. Πλησιάζεις. Το φως γίνεται ολοένα και πιο έντονο. Βγάζεις το κεφάλι έξω από το νερό και είσαι έτοιμος να ρουφήξεις την πρώτη τζούρα ευτυχίας μετά από καιρό. Μα ξαφνικά κάτι σε σπρώχνει πάλι κάτω, μέσα πάλι στο νερό. «Δυο κουβέντες μου σου πέσανε βαριές». Γυρνάς πάλι το κορμί σου, κοιτάς το φως που έχει χάσει λίγο τη λάμψη του και ξεκινάς πάλι την ανάδυση. Δεν θα τη χάσεις αυτή την ευκαιρία. Αξίζει να δοκιμάσεις πάλι. Με περισσότερη ένταση, ορμάς και σκίζεις τα νερά. Μα πάλι κάτι σου κλείνει το στόμα, δεν σε αφήνει να γευτείς αυτό που θες και σε ωθεί ακόμα πιο βαθιά. «Άσε το χρόνο να διορθώσει τα πράγματα. Μην πιέζεις καταστάσεις». Πάλι από την αρχή με μεγαλύτερη λύσσα τώρα θες να βγεις στην επιφάνεια και να πεις αυτά που νιώθεις. Το φως χάνεται. Οι ανάσες εξαντλούνται. Τα καταφέρνεις αλλά τώρα πια όλα είναι σκοτεινά. Αναπνέεις έντονα, θες να μιλήσεις αλλά με ποιον, δεν βλέπεις κανέναν γύρω σου. «Είσαι εδώ; Θέλω να σου μιλήσω» Τίποτα, μόνο μια άρνηση, που σαν πυκνή ομίχλη, τη νιώθεις στον αέρα. Γίνεσαι χάλια, χτυπάς τα νερά, ουρλιάζεις και τότε κάτι βίαια σε πιάνει από το πόδι και σε τραβάει πάλι στον βυθό, όλο και πιο βαθιά μέχρι να φτάσεις και πάλι στον πάτο.

Ακόμα και σήμερα αναρωτιέσαι αν ήταν αληθινή εκείνη η φωνή που άκουγες να σε ρωτάει καθώς βυθιζόσουν στον πυθμένα της θάλασσας. «Πότε πρόλαβες να νιώσεις;»