Παλιώνουν οι άνθρωποι – Κώστας Μουρσελάς

Τον κατάλαβε όμως μία και καλή -αλλά ήταν αργά πια-, όταν εκείνος ένα πρωί έφυγε από το σπίτι για το γραφείο του, όπως έκανε πάντα, μόνο που αυτή τη φορά δεν επέστρεψε ποτέ, όπως επέστρεφε πάντα.

Το παραδέχεται. Τη φάγανε οι μνήμες της. Όλο να θυμάται, να θυμάται, όλο να τον τσιγκλίζει να θυμηθεί και κείνος, μέχρι που έπεσε και τσακίστηκε, χαμένη πάλι στις μνήμες της, εκείνο το πρωί.

Είδε και απόειδε και κείνος –«δεν πάει στο διάολο»,  θα είπε μέσα του- και έφυγε, πήρε των ομματιών του και δεν ξαναγύρισε ποτέ.

Προσπαθούσε μάλλον, τη στιγμή του ατυχήματος να θυμηθεί τι είχε προηγηθεί την ημέρα της φυγής του, αλλά όχι, το θυμάται καλά, δεν είχαν καβγαδίσει, δεν είχαν συγκρουστεί, ούτε είχε προσπαθήσει να του θυμίσει κάτι, για να πεις ότι ξεχείλισε το ποτήρι. Τίποτα τίποτα.

Είχαν, φαίνεται, στριμωχτεί πολλά μέσα του δεν άντεξε. …

Όχι λέξη δεν του είχε πει εκείνο το πρωί, είναι σίγουρη, λέξη.

«Σκάσε, στο παρόν ζούμε, όχι στο χθες, τώρα να κοιτάς τι γίνεται, τώρα» ούρλιαζε στο τέλος κάθε κουβέντας τους.

Αλλά ναι, είχε δίκιο εκείνος. Αφού δεν του άρεσε να θυμάται -γούστο του- γιατί αυτή να επιμένει;

«Όταν θυμάσαι, είναι σαν να βάζεις μέσα σου μία αντλία για να σου αδειάζει τη ζωή. Και στην αδειάζει, αυτό κάνεις.  Είναι γελοίο, πόσες φορές θα στο πω;»