Ζούκερμαν Δεσμώτης – Philip Roth

Ο Ζούκερµαν της είπε, «Γκλόρια, είσαι η πιο ακόλαστη γυναίκα που έχω γνωρίσει».

«Αν είμαι η πιο ακόλαστη γυναίκα που έχεις γνωρίσει, την έχεις πατήσει. Πηδάω τον Μάρβιν δυο φορές την εβδομάδα. Κλείνω το βιβλίο µου, σβήνω το τσιγάρο µου, σβήνω το φως και γυρνάω».

«Ανάσκελα;»

«Τι άλλο; Και μετά µου τον βάζει και ξέρω ακριβώς τι πρέπει να κάνω για να τον κάνω να χύσει. Και μετά μουρμουράει κάτι για βυζιά και αγάπη και χύνει. Μετά ανοίγω το φως και γυρνάω στο πλευρό κι ανάβω τσιγάρο και παίρνω το  βιβλίο µου. Διαβάζω εκείνο που µου είπες. Της Τζην Ρυς».

« Και τι κάνεις για να τον κάνεις να χύσει;»

«Τρεις κύκλους από τη µια, τρεις κύκλους από την άλλη  και τον ξύνω µε το νύχι µου κατά μήκος της σπονδυλικής του στήλης».

«Άρα κάνεις εφτά πράγματα».

«Ακριβώς. Εφτά πράγματα. Και μετά μουρμουράει κάτι για βυζιά και αγάπη και χύνει. Και μετά αποκοιμιέται και μπορώ κι εγώ να ανάψω ξανά το φως και να διαβάσω. Αυτή η  Τζην Ρυς µε τρομάζει. Τις προάλλες, μετά που διάβασα εκείνο το βιβλίο της για εκείνη τη γυναίκα που την έχουν καταγαμήσει και δεν έχει µία, γύρισα στο πλάι και τον φίλησα και του  είπα, «Σ’ αγαπώ, αγαπούλη µου». Αλλά είναι δύσκολο να τον πηδάω, Νέιθαν, και όσο πάει είναι και δυσκολότερο. Πάντα, σ’ ένα γάμο, σκέφτεσαι, «Έχουμε πιάσει πάτο, δεν πάει άλλο»  – κι ένα χρόνο μετά είναι ακόμα χειρότερα. Είναι το πιο αποκρουστικό καθήκον που καλούμαι να εκπληρώσω. Μερικές φορές, όταν παλεύει να χύσει, µου λέει, «Γκλόρια, Γκλόρια, πες µου βρομόλογα». Χρειάζεται να βάλω τα δυνατά µου για να  σκεφτώ, αλλά το κάνω. Είναι υπέροχος πατέρας και υπέροχος  σύζυγος, και του αξίζει κάθε βοήθεια που μπορεί να του δοθεί.  Κι όμως, ένα βράδυ στ’ αλήθεια σκέφτηκα ότι δεν μπορούσα ν‘  αντέξω άλλο. Έκλεισα το βιβλίο κι έκλεισα και το φως και του  είπα, «Μαρβ, κάτι πάει στραβά µε το γάμο µας», του είπα. Εκείνος όµως σχεδόν ροχάλιζε πια. “Σώπα”, είπε, “Σσσς, κοιμάμαι τώρα». Δεν ξέρω τι να κάνω. Δεν μπορώ να κάνω  κάτι. Το παράξενο σε όλα αυτά, το φοβερό σε όλα αυτά, εκείνο  μέσα σ’ όλα αυτά που µε μπερδεύει, είναι ότι χωρίς καμία αμφιβολία ο Μάρβιν ήταν η πραγματική αγάπη της ζωής µου  και ότι χωρίς καμία αμφιβολία εγώ ήμουν η πραγματική αγάπη στη ζωή του Μάρβιν και ότι, παρόλο που ποτέ, ποτέ µας,  δεν ήμασταν ευτυχισμένοι, για περίπου δέκα χρόνια ο γάμος µας ήταν παθιασμένος και µε όλες τις γαρνιτούρες, υγεία, λεφτά, παιδιά, Μερσεντές, διπλός νεροχύτης και εξοχικό και τα  πάντα. Τόσο μίζερα και τόσο κοντά. Τρέχα γύρευε. Και τώρα  βλέπω αυτά τα τέρατα της νύχτας, τρία πελώρια τέρατα της  νύχτας: φτώχεια, θάνατος και γερατειά. Δεν μπορώ να τον  παρατήσω. Θα γινόμουν ράκος. Θα γινόταν ράκος. Τα παιδιά  θα τρελαίνονταν, και είναι αρκετά τρελούτσικα όπως έχουν τα  πράγματα σήμερα. Κι όμως έχω ανάγκη από κάτι που να µε συναρπάσει. Είμαι τριάντα οχτώ χρονών. Χρειάζομαι ειδική  προσοχή».

«Ε, καλά, δεν έχεις παρά να βρίσκεις εραστές».

«Ξέρεις, λοιπόν, κι αυτοί σκέτο σκότωμα είναι. Δεν μπορείς  πάντα να ελέγχεις τι νιώθεις σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Κι ούτε  μπορείς να ελέγχεις τα αισθήματα του άλλου. Έχω έναν τώρα  που θέλει να το σκάσουμε μαζί και να πάμε στη Βρετανική  Κολομβία. Λέει ότι μπορούμε να ζήσουμε από τη γη. Είναι  ομορφούλης. Είναι νεαρούλης. Έχει φουντωτά μαλλιά. Πολύ  άγριος. Ήρθε σπίτι να φρεσκάρει κάτι αντίκες, και άρχισε φρεσκάροντας εμένα. Μένει σε ένα φοβερό πατάρι. Λέει, «Δεν μπορώ να το πιστέψω ότι σε γαμάω”. Όταν με γαμάει. Αυτό με ερεθίζει, Νέιθαν. Κάνουμε μπάνιο στην μπανιέρα μαζί.  Έχει πλάκα. Είναι όμως αυτός επαρκής λόγος για να τα παρατήσω από μαμά του Άνταμ και του Τόουμπυ και γυναίκα του Μάρβιν; Αν χάσουν κάτι τα παιδιά, ποιος θα τους το βρει,  αν εγώ είμαι στη Βρετανική Κολομβία; «Μαμά, πού είναι η γόμα μου;» «Μια στιγμή, χρυσό μου, είμαι στο μπάνιο. Περίμενε λιγάκι. Θα σου τη βρω». Κάποιος ψάχνει για κάτι. Εγώ βοηθάω – έτσι είναι οι μαμάδες. Αν έχασες κάτι, είμαι υποχρεωμένη να σου το βρω. «Μαμά! Τη βρήκα». «Χαίρομαι που τη βρήκες, χρυσό μου». Και πράγματι χαίρομαι – όταν βρίσκουν τη γόμα, Νέιθαν, είμαι ευτυχισμένη.

Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ

Φωτογραφία: rocketrictic

Creative Commons