Ζούπα Κατερίνα – Μια γυναίκα

ΕΙΜΑΙ 46 χρονών. Ή για να είμαι απο­λύ­τως ει­λι­κρι­νής 46 και 8 μηνών. Δεν ξέ­ρω αλλά το 47 με τρο­μά­ζει. Πλη­σιά­ζω τα 50. Α­ριθ­μός ορό­ση­μο. Τα μαλ­λιά μου μακριά καστανά με αν­ταύ­γει­ες για να κα­λύ­πτουν τα άσπρα. Μά­τια καστανά με κόκ­κι­να γυα­λιά. Κορ­μί γυ­ναι­κεί­ο με λί­γα παραπα­νί­σια κι­λά, ντύ­σι­μο νε­α­νι­κό, casual chic, α­πο­μει­νά­ρι της ε­πο­χής που δού­λευ­α σε γυ­ναι­κεία πε­ρι­ο­δι­κά. Καμ­που­ριά­ζω λί­γο από τό­τε που ήμουν έφηβη και ξε­μύ­τι­σε έ­να πλού­σιο στήθος. Σπου­δὲς κα­λές, δουλειές κα­κο­πλη­ρω­μέ­νες, κα­ρι­έ­ρα μη­δε­νι­κή. Μια απλή δη­μό­σια υπάλληλος στην οι­κο­νο­μι­κή υ­πη­ρε­σί­α ενός κρατικού νο­σο­κο­μεί­ου. Άντρες αρκετοί, τί­πο­τα εν­τυ­πω­σια­κό, έρωτες που κα­τέ­λη­γαν σε τσακωμούς και δά­κρυ­α, ώσπου κοντά στα τριά­ντα μου εμ­φα­νί­στη­κε έ­νας συ­νε­σταλ­μέ­νος και ασχη­μού­λης συμ­βο­λαι­ο­γρά­φος που αγαπηθήκαμε με μέ­τρο και προ­σπά­θεια, δώ­σα­με μια κλωτσιά στην μοναξιά και α­πο­φα­σί­σα­με να παί­ξου­με μα­ζί σπι­τι­κό. Τα πρώτα χρό­νια ήταν κα­λά, δεν ενο­χλού­σα­με πο­λὺ ο ένας τον άλλο, φι­λι­ό­μα­σταν κά­που-κά­που, κά­να­με και ένα γιο που δεν έκλαιγε και κοί­τα­ζε το τα­βά­νι. Κάποι­α στιγμή ο άντρας μου ε­ρω­τεύ­τη­κε πα­ρά­φο­ρα, τον έβαλε στο μά­τι μια ξαν­θο­μάλ­λα λο­γί­στρια, ακόμα και σή­με­ρα α­να­ρω­τι­έ­μαι τί του βρήκε, τί να κά­νει και ὁ άμοιρος, δεν ήξερε και πολλά από γυναίκες και α­πό τό­τε κοιμάμαι μό­νη στο κρε­βά­τι. Δεν του κρα­τά­ω κα­κί­α, α­πό καιρό είχα ξε­χά­σει άλλωστε την ύπαρ­ξή του.  Δεν φοβάμαι το σκο­τά­δι και μου αρέσει η συντροφιά του τικ-τακ του ρολογιού, μιας χνουδωτής γά­τας και ενός ρα­δι­ο­φώ­νου με πα­ρά­σι­τα. Η δουλειά προ­χω­ρά­ει χω­ρὶς εκπλήξεις, στον έρωτα έχω κλεί­σει την πόρ­τα, ο γιος μου φλερ­τά­ρει με το κομ­πι­ού­τερ και εγώ κά­θο­μαι στο μπαλ­κό­νι και α­πο­λαμ­βά­νω το τσι­γά­ρο μου. Δεν έ­χω με­γά­λη πε­ρι­έρ­γεια για τη ζωή άλλα δεν βι­ά­ζο­μαι και να τε­λει­ώ­σει. Όλα κοίλανε ομα­λά και υπάρχει μια τά­ξη στη ζω­ή μου. Τα Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κα οι φί­λες μου με τρέ­χουν σε θέ­α­τρα και σινεμά και βλέπω τό­σα που κά­ποι­ες φο­ρές δεν τα κα­τα­λα­βαί­νω. Ώσπου μια μέ­ρα πη­γαί­νον­τας στη δουλειά είδα το γιό μου αγ­κα­λιά με έ­ναν άντρα. Κλονίστη­κα, έμεινα άφωνη όχι για­τί δεν θα γί­νω πο­τὲ γιαγιά ή είμαι καμία που­ρι­τα­νή, αλ­λά ε­πει­δή τό­σα χρό­νια δεν είχα υπο­ψια­στεί τί­πο­τα. Τον κοί­τα­ξα για λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα και χω­ρὶς ε­κείνος να με αν­τι­λη­φτεί του ευ­χή­θη­κα σι­ω­πη­λά κά­θε ευ­τυ­χί­α. Άλλωστε και εγώ που είχα ζή­σει μια συ­νη­θι­σμέ­νη ζωή δεν υ­πήρ­ξα και ο πιο ευτυ­χι­σμέ­νος άνθρωπος. Ί­σως να μην έ­χω την στό­φα για εὐ­τυ­χί­α. Τώ­ρα ετοι­μά­ζο­μαι να πά­ω σε ένα θε­α­τρι­κὸ μο­νό­λο­γο. Προτιμώ τα πά­θη άλλων.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Α­πό όσα προ­κρί­θη­καν για το τεύχος ελ­λη­νι­κού μπον­ζά­ι του περ. Πλα­νό­διον

Ιστορίες Μπονζάι