ΥΓ. – Μανόλης Αναγνωστάκης

Μιλούσε συνεχώς με παρενθέσεις και αποσιωπητικά,
σαν τυφλός που βάδιζε σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο έπιπλα.

Κι ήξερες πως όλα αυτά αργά ή γρήγορα θα τελειώσουν.

(Γηράσκω αεί αναθεωρών)

Να βλέπεις τα ίδια πράγματα να γίνονται και να ξαναγίνονται.

Κάπου ανάμεσα στο αξιοπρεπές μελό και στο φτηνό πάθος.

Δεν έφταιγεν ο ίδιος. Τόσος ήτανε.

Το ήξερε πως δε θα άντεχε στο Μεγάλο Πόνο.

Έβγαζε κάθε δέκα χρόνια μια φωτογραφία στην ίδια πάντα στάση.

Ήμουν στη φυλακή και δεν ήρθες να με δεις.

Έγραψε το στίχο: ”αν έλειπε αυτό το σιγανό τρυπάνισμα στο μυαλό”, κι ύστερα σταμάτησε.

Προσπαθούσε να σε πείσει πως όλα είχαν αλλάξει,

όμως εσύ τα ‘βλεπες γύρω σου απελπιστικά όμοια.

Εμένα θα μου άρεσε με μια μουσική υπόκρουση, είπες, όπου θα καθόριζες εσύ τα κενά της σιωπής.

Όμως ποτέ δε θα μου εξηγήσεις το πώς και το γιατί.

Πόσα άλλα κρυμμένα βαθιά…

 

Εκδόσεις Νεφέλη