Το βιβλίο της Κατερίνας – Αύγουστος Κορτώ

Έχω ανακαλύψει ένα ενδιαφέρον παιχνίδι.
Όταν σκορπάς τη δυστυχία σου σαν τη γρίπη, σ’ όποιον βρεθεί μπροστά σου, κάπως σαν να λιγοστεύει.
Δεν ξέρω αν αυτό με κάνει κακό άνθρωπο.
Αλλά δεν με νοιάζει να είμαι καλή· μόνο αν γίνεται, λιγότερο δυστυχισμένη.
Για παράδειγμα.

Αρχίζω να καπνίζω μες στα μούτρα των γονιών μου.
Παραδόξως, η αντίδραση του πατέρα μου είναι η λιγότερο αυστηρή.
«Δεν σ’ έκανα ωραία για να βγάζεις καπνούς σαν το δράκο».
Ωστόσο η μάνα μου, όταν ανάβω τσιγάρο μπροστά της και, φυσώντας με νωχέλεια τον καπνό, κάνω το υπέρτατο έγκλημα καθοσιώσεως –τινάζω τη στάχτη σ’ ένα τερατώδες χρυσοποίκιλτο σταχτοδοχείο που προορίζεται μόνο για τις γεμάτες θαυμασμό ματιές των φιλενάδων της κυρα-Ρήνης-, εκείνη μου τραβάει ένα χαστούκι, κι αρπάζοντας με απ΄το μαλλί φωνάζει:
«Σα δε ντρέπεσαι, βρομοθήλυκο, μπροστά στη μάνα σου!»
Εγώ τη σπρώχνω απότομα, έτσι που σωριάζεται στον καναπέ και μένει προς στιγμήν ανάσκελα σαν την αναποδογυρισμένη χελώνα.
«Μωρ’, δε μας χέζεις κι εσύ και τα τασάκια σου;» της απαντώ. «Αλλά γι’ αυτό σου βγήκαν έτσι ζαβά τα παιδιά σου – γιατί πιο πολύ αγαπάς τις αηδίες που ψωνίζεις παρά εμάς».

[…]

Εγώ ανακάθομαι, παίρνω το τσιγάρο που έχει πέσει στο πάτωμα (κι έχει αφήσει σημάδι στο καλογυαλισμένο ξύλο! τι χαρά!) και προσποιούμε την ατάραχη καπνίστρια, αν και μέσα μου τρέμω, και νιώθω φριχτές ενοχές, και θέλω να βάλω κι εγώ τα κλάματα που στεναχώρησα τη δόλια τη μαμά.
Αλλά κρατιέμαι. Γιατί αν αρχίσω, δεν θα έχω σταματημό.

Όμως γιατί είμαι δυστυχισμένη;
Δεν ξέρω. Ξέρω μονάχα πως, όταν ξυπνάω το πρωί, εύχομαι να ‘χα πεθάνει στον ύπνο μου. Κι έπειτα κάθομαι ακίνητη, σαν νεκρή, και κοιτάζω το ταβάνι, γιατί δεν μπορώ να κουνηθώ, νιώθω το σεντόνι να ζυγίζει όσο δέκα λαμαρίνες, το δωμάτιο, το σπίτι, η ζωή μου – όλα με πλακώνουν.
Αισθάνομαι βάρος της γης, αυτό ξέρω. Και ζηλεύω τους πάντες, τους αγνώστους στον δρόμο, που φαντάζουν τόσο ευτυχισμένοι, ακόμα κι αν δεν το ξέρουν, ακόμα κι αν κατεβάζουν τα μούτρα οι αχάριστοι.

Δεν έχω καν τη δύναμη να μεθοδεύσω τον θάνατο που τόσο λαχταρώ.
Ναι, ναι, κατάθλιψη, βαρβάτη. Αλλά πού να το ξέρω, εν έτει 1967;
Για μένα είναι μια λέξη, αν τη γνωρίζω κιόλας: ο υπερθετικός της θλίψης.

Εκδόσεις Πατάκη.

Φωτογραφία: Unigar