Το βιβλίο της ανησυχίας – Fernando Pessoa

Η πλειονότητα των ανθρώπων αρρωσταίνει επειδή δεν ξέρει να πει τι βλέπει και τι σκέφτεται. Λένε πως δεν υπάρχει τίποτα δυσκολότερο από το να ορίσεις με λόγια μια σπείρα. Είναι απαραίτητο, λένε, να κανείς στον αέρα, με το χέρι και χωρίς φιλολογίες, την κίνηση, που ανεβαίνει στριφογυρίζοντας με κανονικότητα, με την οποία η αφηρημένη μορφή των ελατηρίων ή ορισμένων κλιμακοστάσιων αποκτά υπόσταση στο βλέμμα μας.

Όλη η λογοτεχνία είναι μια προσπάθεια προκειμένου η ζωή μας να γίνει πραγματική. Όπως το γνωρίζουμε όλοι μας, ακόμα κι όταν ενεργούμε χωρίς να το γνωρίζουμε, η ζωή είναι απολύτως μη πραγματική στην άμεση πραγματικότητα της. Οι εξοχές, οι πόλεις, οι ιδέες, είναι πράγματα απολύτως πλασματικά, τέκνα της πολύπλοκης αίσθησης του ίδιου μας του εαυτού. Όλες μας οι εντυπώσεις είναι αμετάδοτες, εκτός κι αν τις κάνουμε λογοτεχνικές. Τα παιδιά είναι πολύ λογοτεχνικά γιατί λένε πώς αισθάνονται και όχι πώς πρέπει να αισθάνεται κάποιος συμφώνα με το πώς αισθάνεται κάποιος άλλος. Μια μέρα άκουσα ένα παιδί να λέει, θέλοντας να πει πως ήταν έτοιμο να κλάψει, όχι «Μου ‘ρχεται να κλάψω», που θα ήταν αυτό που θα έλεγε ένας ενήλικας, δηλαδή ένας ηλίθιος, αλλά «Μου ‘ρχονται δάκρυα». Και αυτή η πρόταση, η απολύτως λογοτεχνική, σε σημείο που θα την αποδίδαμε σε κάποιον φημισμένο ποιητή, αν βρισκόταν κάποιος για να την πει, αναφέρεται σαφέστατα στη θερμή παρουσία των δακρύων που πέφτουν από τα βλέφαρα, τα οποία έχουν πλήρη συνείδηση της υγρής πικράδας. «Μου ‘ρχονται δάκρυα!». Το παιδάκι αυτό όρισε θαυμάσια τη σπείρα του.
Να λες. Να ξέρεις να λες. Να ξέρεις να υπάρχεις μεσ’ από τη γραπτή φωνή και τη νοητική εικόνα!
Η ζωή δεν αξίζει τίποτα παραπάνω: το παραπάνω είναι άντρες και γυναίκες, υποθετικοί έρωτες και ματαιοδοξίες ψεύτικες, προφάσεις της πέψης και της λήθης, άνθρωποι που κινούνται πάνω κάτω, σαν ζώα όταν ανασηκώνουμε μια πέτρα, κάτω από τον μεγάλο αφηρημένο βράχο του γαλάζιου δίχως νόημα ουρανού.

Εκδόσεις Εξάντας

Φωτογραφία: Mustafa Khayat
 
Creative Commons