Συλλέκτες ανθρώπων – Πέρσα Τσονάτου

Καμιά φορά σκέφτομαι πως γίνονται έτσι οι άνθρωποι, όταν πια γνωριστούν!

Που πάει εκείνο το πάθος να ρουφήξουμε τον κώδικα του πιο κρυφού κυττάρου του άλλου;

Να μπούμε αν είναι δυνατόν με κάθε τρόπο, με όποιο μέσο, μέσα του και να τον κατακτήσουμε;

Να γίνουμε ένα, αν μπορούμε.

Να τον εξαφανίσουμε αν είναι δυνατό, μόνο και μόνο για να τον γνωρίσουμε. Για να αποθηκεύσουμε στο σκληρό μας, αν γίνεται, κάθε ανεπαίσθητη κίνηση του κορμιού και του μυαλού του.

Κανένα κρυφό του σημείο να μην μείνει ανεξερεύνητο από τον αχόρταγο, αδηφάγο έρωτα μας!

Να τα φάμε και να τα πιούμε όλα του!

Και μια μέρα, ξυπνάς και δεν πεινάς πια, δεν διψάς, δεν έχεις χαρά να κατακτήσεις, να εξερευνήσεις, να μυρίσεις, να αγγίξεις…

Ξέρεις τη μυρωδιά, τη γεύση, την εικόνα, τον ήχο και το άγγιγμα. Τα ξέρεις όλα και δεν σε νοιάζει πια να μάθεις τίποτα;

Τελικά αυτό είναι ο έρωτας;

Μια ακαταμάχητη επιθυμία να μάθουμε ότι δεν ξέρουμε απ’ τον άλλο, να πάρουμε ότι θέλουμε και μετά να ξυπνήσουμε, χωρίς να μας ερεθίζει πια, καμιά απ’ τις αισθήσεις μας;

Κι αν ναι, τότε τι είμαστε;

Συλλέκτες ανθρώπων που αφού τους ξεγυμνώσουμε από το εξαιρετικό μυστήριο, που καλύπτει όλους μας, απλά λέμε: έζησα έναν έρωτα ακόμα;

Ή μήπως ο έρωτας είναι κάτι άλλο, τόσο ανεξερεύνητο, μαγικό και μακρινό μας, που απλά τον έχουμε φέρει στα μέτρα μας, προκειμένου να νιώσουμε την ικανοποίηση, πως ναι, ερωτευτήκαμε κι εμείς, στην τόσο σύντομη ζωή μας;