Το μαύρο τραγούδι της Μασσαλίας – Izzo Jean-Claude

Το μπράτσο της γλίστρησε κάτω από το δικό μου και μου έπιασε το χέρι. Το άγγιγμα της με τάραξε. Δεν πρόλαβα να αποφύγω τα δάχτυλά της. Και βάλθηκε να απαγγέλει ένα ποίημα του Μπρωκιέ στα αραβικά:

Να ΄μαστε σήμερα χωρίς σκιά μήτε μυστήριο
Σε μια φτώχια που το πνεύμα έχει ξεχάσει∙
Δώστε μας πίσω την αμαρτία και τη γεύση της γης
Που κάνουν τα κορμιά μας να ανάβουν, να τρέμουν, να δίνονται.

– Για σένα το μετέφρασα. Για να το ακούσεις στη γλώσσα μου.

Η γλώσσα της ήταν σαν τη φωνή της. Γλυκιά όπως ο χαλβάς. Είχα συγκινηθεί. Γύρισα και την κοίταξα. Σιγά σιγά, να μείνει το κεφάλι της στον ώμο μου. Η μυρουδιά της με μεθούσε. Είδα τα μάτια της να λάμπουν, φωτισμένα μόλις από την ανταύγεια του φεγγαριού πάνω στη θάλασσα. Με κύκλωσε ο πόθος. Ήθελα να την αγκαλιάσω και να τη σφίξω πάνω μου. Να τη φιλήσω.

Δεν το αγνοούσα, μήτε και αυτή, πως οι συναντήσεις μας, όλο και πιο συχνές, σε αυτή τη στιγμή μας οδηγούσαν. Κι αυτή τη στιγμή τη φοβόμουνα. Τους πόθους μου τους ήξερα πολύ καλά, θαυμάσια. Γνώριζα από πριν τη συνέχεια και το τέλος. Το κρεβάτι πρώτα. Και μετά τα δάκρυα. Από αποτυχία σε αποτυχία είχα πάει. Τη γυναίκα που γύρευα έπρεπε να τη βρω. Αν υπήρχε. Δεν ήταν όμως η Λεϊλά. Μόνο πόθο είχα για αυτή, τόσο νέα που ήταν. Και δεν είχα το δικαίωμα να παίξω μαζί της. Με τα αισθήματά της. Ήταν άλλου επιπέδου. Τη φίλησα στο μέτωπο. Ένιωσα το χάδι της στο μηρό μου.

– Θα με πάρεις σπίτι σου;

– Θα σε συνοδεύσω στο Αιξ. Αυτό είναι το καλύτερο και για σένα και για μένα. Εγώ δεν είμαι παρά ένας γερομαλάκας.

– Ξέρεις, μου αρέσουν και οι γερομαλάκες.

– Παράτα τα, Λεϊλά. Βρες κάποιον που να αξίζει. Και πιο νέο.

Εκδόσεις Πόλις

Φωτογραφία: Amodalie