Η μοναξιά είναι από χώμα – Μάρω Βαμβουνάκη

[…Είμαι κι εγώ ένας δυστυχής που καίγεται να’ ναι ευτυχισμένος.
Δεν μπορούμε να’μαστε ευτυχισμένοι αν δεν γίνουμε σωστοί μάτια μου. Τίποτα δεν αποκτάς χωρίς πρώτα να γίνεις αντάξιός του.
Δεν άξιζα τις απαιτήσεις που είχα γι’ αυτό έμενα στο περίμενε. Να λυτρωθώ απ’ τις απαιτήσεις μου θέλω.
Πώς να μ’ αγαπήσεις με τον απόλυτο τρόπο που απαιτούσα αφού δεν ήμουνα καθόλου αξιαγάπητος. Άγριος ήμουνα, ασυνάρτητος, σπασμωδικός, υποκριτής, ζηλιάρης, γκρινιάρης, άγαρμπος κι όλα όσα μου έβγαζε η ανάγκη κι η εξάρτηση που με δυνάστευαν.
Η αγάπη δεν επιβάλλεται, η αγάπη εμπνέεται.
Η ανάγκη κι η εξάρτηση είναι κάτεργο που μαραζώνει, όμορφος μόνο με ελευθερία γίνεσαι. Γι’ αυτό μ’ αγαπούσαν πάντοτε γυναίκες που δεν αγαπούσα, γιατί μαζί τους ήμουν ελεύθερος.
Όσο πιο πολύ σε χρειαζόμουν τόσο πιο χολερικός γινόμουνα. Όσο περισσότερο κιτρίνιζα τόσο εσύ έφευγες και μ’ άφηνες κι όσο πιο πολύ εσύ μ’ άφηνες τόσο πιο πολύ σε χρειαζόμουνα κι αγχωμένος σ’ άρπαζα.
Ο παλιός τούτος κύκλος έσφιγγε ταχύτατα.
Τα πράγματα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο κι ήρθε η στιγμή που έπιασα πάτο.
Έπρεπε να βρω ένα τρόπο.
Το ένστικτο που σωτήρια εκτινάζεται τις έσχατες στιγμές μ’ οδήγησε στην απομόνωση.
Χρειαζόμουνα ένα κελλί.
Το κελλί που προστατεύει τον εγκληματία απ’ το έγκλημά του, τον καλόγερο απ’τον πειρασμό του κι εμένα απ’ το σώμα μου.
Τούτος ο ερημικός τόπος είναι το δικό μου το κελλί, ήρθα, και κάθισα χωρίς ξέρω τι ακριβώς πρέπει να κάνω.
Κλείσου μέσα στο κελλί σου και το κελλί σου θα σε διδάξει, έγραφε στ’ ασκητικά του ένας άγιος αναχωρητής.
Ήρθα και κλείστηκα στους πέντε ανέμους…]

Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 1988.
Εκδόσεις: ΦΙΛΙΠΠΟΤΗ, 15η έκδοση.

Φωτογραφία: Unigar