Philip Roth – Το σύνδρομο Πόρτνοϊ

Λέτε να υπερβάλλω; Μήπως οι αυτοκαταγγελίες µου δεν είναι παρά ένας έξυπνος τρόπος αυτοεπίδειξης; Ή, ίσως, περιαυτολογίας; Άραγε, αυτή τη συνεχή ανησυχία, αυτόν τον συνεχή ερεθισμό, τα νιώθω στ’ αλήθεια σαν πάθηση – ή σαν επίτευγμα; Και τα δύο; Μπορεί. Ή μήπως δεν είναι παρά ένας τρόπος φυγής; Κοιτάξτε… τουλάχιστον, δε βρίσκομαι, λίγο μετά τα τριάντα, κλειδαμπαρωμένος σ’ ένα γάμο µε µια καλή κοπέλα που το σώμα της έχει πάψει να µου προκαλεί γνήσιο ενδιαφέρον – τουλάχιστον, δεν είμαι αναγκασμένος να πέφτω στο κρεβάτι κάθε βράδυ µε κάποιαν που τη γαμώ όχι από πόθο, αλλά από υποχρέωση. Εννοώ εκείνη την εφιαλτική κατάθλιψη που πιάνει κάποιους ανθρώπους την ώρα που είναι να πέσουν στο κρεβάτι… Απ’ την άλλη, όμως, ακόμα κι εγώ οφείλω να παραδεχτώ ότι, από μιαν άποψη, μπορεί να υπάρχει κάτι ελαφρώς καταθλιπτικό και στη δική µου κατάσταση. Ασφαλώς και δεν μπορείς να τα ‘χεις όλα, ή έτσι µ’ έχουν κάνει να πιστεύω – όμως το ζήτημα που είμαι πρόθυμος ν’ αντιμετωπίσω, είναι: έχω κάτι; Πόσο ακόμα θα συνεχίσω αυτά τα πειράματα µε τις γυναίκες; Πόσο ακόμα θα συνεχίσω να χώνω αυτό το μαραφέτι στις τρύπες που του προσφέρονται – πρώτα σε αυτήν την τρύπα, και μετά όταν τη βαρεθώ, σε εκείνη την τρύπα… και ούτω καθεξής. Πότε θα τελειώσει; Αλλά εδώ που τα λέμε, γιατί πρέπει να τελειώσει; Για να ευχαριστήσω έναν πατέρα και μία μητέρα; Για να συμμορφωθώ με τον κανόνα; Γιατί, που να πάρει, πρέπει να απολογούμαι επειδή είμαι αυτό που πριν από μερικά χρόνια λεγόταν τιμητικά «εργένης»; Στο κάτω κάτω, περί αυτού ακριβώς πρόκειται: είμαι εργένης. Ποιο είναι το κρίμα μου λοιπόν; Η σεξουαλική ελευθερία;  […]

Υπάρχει κανένας νόμος που να λέει ότι ο Άλεξ Πόρτνοϊ πρέπει να γίνει σύζυγος και πατέρας; Γιατρέ, δεν πά’ να σκαρφαλώνουν στο περβάζι του παραθύρου και ν’ απειλούν ότι θα γίνουν χαλκομανία στην άσφαλτο, δεν πά’ να στοιβάζουν τα Seconal ώς το ταβάνι – μπορώ να ζω εβδομάδες ολόκληρες με τον τρόμο ότι αυτές οι λυσσασμένες για γάμο θα πέσουν στις γραμμές του τρένου, αλλά, πώς να το κάνουμε, δεν μπορώ, δεν πρόκειται να δεθώ μ’ ένα συμβόλαιο ότι θα κοιμάμαι με μία μόνο γυναίκα ώς το τέλος της ζωής μου. Ας πάρουμε ένα σενάριο: ότι παντρεύομαι, ας πούμε, την Α, με τις γλυκιές της ρώγες και τα λοιπά. Τι θα συμβεί όταν εμφανιστεί η Β, που οι δικές της είναι ακόμα πιο γλυκιές ή, έστω, πιο φρέσκιες; Ή η Γ, που ξέρει να κουνάει τον κώλο της με πρωτοφανή δεξιοτεχνία; Ή η Δ, η Ε, η Ζ; Προσπαθώ να είμαι ειλικρινής μαζί σας, γιατρέ· γιατί, με το σεξ, η ανθρώπινη φαντασία τρέχει ώς το Ω, κι ακόμα πιο πέρα! Πώς να απαρνηθώ κάτι που ούτε το είχα ποτέ, για μια κοπέλα που, όσο νόστιμη και προκλητική κι αν υπήρξε κάποτε, σιγά σιγά και αναπόφευκτα θα μου είναι τόσο οικεία όσο και μια φρατζόλα ψωμί; Για χάρη τού έρωτα; Ποιανού έρωτα; Ο έρωτας δένει όλα αυτά τα ζευγάρια που ξέρουμε ότι ζουν μαζί – όσα δηλαδή μπαίνουν στον κόπο να δεθούν; Δεν είναι κάτι που φέρνει προς την αδυναμία; Δεν είναι μάλλον συμβιβασμός, απάθεια και ενοχή; Δεν είναι μάλλον φόβος, εξάντληση, αδράνεια, σκέτη ατολμία, παρά (πολύ πολύ παρά) εκείνος ο έρωτας που ζει διαρκώς στα όνειρα των οικογενειακών συμβούλων, των τραγουδοποιών και των ψυχοθεραπευτών; Ελάτε τώρα! Ας μην παραμυθιάζει ο ένας τον άλλον με τον «έρωτα» και το πόσο διαρκεί.  […]

«Kι εγώ, ρε παλιοτόμαρο, καθίκι του κερατά, που νόμιζα ότι ήσουν ανώτερος άνθρωπος!». Αυτή την πανέμορφη κοπέλα που µ’ έχει παρεξηγήσει εντελώς, τη λέω Μαϊμού – το παρατσούκλι βγαίνει από µια διαστροφούλα που είχε κάποτε, λίγο πριν µε γνωρίσει και επεκταθεί σε πιο σπουδαία πράγματα. Γιατρέ, ποτέ δεν είχα καμία σαν κι αυτήν σ’ όλη µου τη ζωή· ήταν η εκπλήρωση των πιο ακόλαστων εφηβικών ονείρων µου – µα … να την παντρευτώ; Είναι δυνατόν να μιλάει σοβαρά; Βλέπετε, μπορεί να είναι όλο φρου-φρου κι αρώµατα, αλλά έχει πολύ μικρή ιδέα για τον εαυτό της και, ταυτόχρονα – κι από αυτό πηγάζουν πολλά από τα προβλήματά µας-, γελοιωδώς πολύ μεγάλη ιδέα για µένα. Ταυτόχρονα δε, πολύ μικρή ιδέα για µένα! Είναι µια Μαϊμού πολύ μπερδεμένη και, πολύ φοβάμαι, όχι τόσο ξύπνια. «Διανοούμενος!» ουρλιάζει. «Μορφωμένος, πνευματικός άνθρωπος! Θες να πεις, ρε αρχίδι, ότι πιο πολύ νοιάζεσαι για τους νέγρους στο Χάρλεμ που ούτε καν τους ξέρεις, απ’ ό,τι για µένα που σου παίρνω πίπα έναν ολόκληρο χρόνο;» Μπερδεμένη, πληγωμένη και αλλόφρων· γιατί όλα αυτά φτάνουν στ’ αφτιά µου απ’ το μπαλκόνι του δωματίου µας, σ’ ένα ξενοδοχείο της Αθήνας, ενώ στέκομαι στην πόρτα, µε τις βαλίτσες στο χέρι, και την εκλιπαρώ να µπει μέσα, µπας και προλάβουμε το αεροπλάνο και την κάνουμε από κει.  […]

«Άκου να σου πω: θες να πηδήξεις; Πήδα!» και φεύγω – τα τελευταία λόγια που ακούω, έχουν να κάνουν µε το γεγονός ότι µόνο από έρωτα για µένα («από έρωτα!» φωνάζει) επέτρεψε στον εαυτό της να κάνει όλα εκείνα τα εξευτελιστικά πράγματα που ανοίγουν εισαγωγικά την εξανάγκασα κλείνουν τα εισαγωγικά να κάνει.

Κι αυτό είναι ψέμα, γιατρέ, ασύστολο ψέμα. Κι αυτό είναι µια απόπειρα της παμπόνηρης τσούλας να µε εξαρθρώσει στον τροχό των τύψεων – κι έτσι, να ‘κονοµήσει σύζυγο· γιατί, βλέπετε, με τα είκοσι εννιά της πατημένα, αυτό θέλει – αλλά αυτό, βλέπετε, δε σημαίνει ότι κι εγώ είμαι υποχρεωμένος να της κάνω τη χάρη. «Το Σεπτέμβρη, κάθαρμα, κλείνω τα τριάντα!» Σωστά, Μαϊμού, σωστά! Και, γι’ αυτό ακριβώς, την ευθύνη για τις προσδοκίες σου και τα όνειρά σου δεν την έχω εγώ, αλλά εσύ! Συνεννοηθήκαμε; Εσύ!

Εκδόσεις Πόλις