Ποιος απ’ τους δυο μας επινόησε τον άλλο – Pascal Bruckner

Μόλο που ο Νιέζ τον είχε συνθλίψει με την επιδεξιότητά του, ο Γκάμπριελ είχε κάποιες περιπέτειες. Και σιγά σιγά καθώς η διστακτικότητά του έδινε τη θέση της στην τόλμη και οι πρώτες επιτυχίες έφεραν και άλλες, πολλαπλασίασε τους τυχαίους έρωτες.

Γύριζε σπίτι του, με μια δεσποινιδούλα κρεμασμένη στο μπράτσο του, ευτυχισμένος που μέσα από το πλήθος των περαστικών είχε τσακώσει αυτή την εθελόντρια που δεχόταν να περάσει λίγες ώρες οικειότητας μαζί του, ευτυχισμένος με αυτή την απαγωγή, με αυτή τη συγκομιδή που τον ικανοποιούσε απόλυτα, και προσδοκώντας την επόμενη.

Απολάμβανε με πάθος το καθετί σε αυτή την ερωτική ασυδοσία: τα θολωμένα μάτια, τα υγρά χείλη, τα δροσερά στόματα που μυρίζουν αλκοόλ, τα ψιθυριστά ερωτόλογα, τα ξεσπάσματα του γέλιου, την ξαφνική σοβαρότητα, τα γεμάτα υπονοούμενα βλέμματα, το πρώτο κλεφτό φιλί, την περιπλάνηση του χεριού κάτω από τις αναστατωμένες πτυχές μιας φούστας, τα στήθη που θυμίζουν πουλάκια που μόλις βγήκαν, ζεστά ζεστά, από τη φωλιά τους, τις ανάλαφρες μεταξένιες μπλούζες, τη γαλακτερή ή σταράτη επιδερμίδα, την ποίηση της πουκαμίσας ή του κορσάζ, το θρόισμα των ρούχων κάτω από τα δάχτυλα, τα εσώρουχα που ερεθίζουν περισσότερο από τη γύμνια, την απαλάδα ενός γοφού, τις πλούσιες καμπύλες ή τις λεπτές γραμμές, τις τολμηρότητες, τις ντροπαλοσύνες, τις ντροπαλές τολμηρότητες, τους παροξυσμούς της λαγνείας, τις ανεστραμμένες κόρες, εκείνα τα κοινότοπα λόγια που μάλλον απαγγέλλονται παρά προφέρονται, «Θεέ μου», «θα τρελαθώ» «όχι, σταμάτα, σταμάτα», «κι άλλο, κι άλλο», αυτές τις λέξεις που είναι τόσο συγκλονιστικές εκείνες τις στιγμές, τους μαύρους κύκλους που περιζώνουν τα μάτια το πρωί, τα σημάδια που αφήνουν στα σεντόνια αυτές οι νυχτερινές επισκέπτριες, τις λεπτές τρίχες των μαλλιών τους, ένα σκουλαρίκι, ένα χαμένο δαχτυλίδι.

Ακόμα μία, σκεφτόταν κάθε φορά ο Γκάμπριελ, δίχως μελαγχολία. Αυτή η επανάληψη τον μεθούσε. Ακόμα μία: κάτι το ασήμαντο που όμως εξακολουθούσε να αποτελεί ένα θαύμα.

Σε αυτά τα ραντεβού δεν υπήρχε καμία υπόσχεση, καμία δέσμευση, το μόνο που βάραινε ήταν οι ώρες που περνούσαν μαζί, και πότε πότε ένα «σε αγαπώ», που λεγόταν με τη μεγαλύτερη ευκολία. Η καθεμιά τους ήταν η μνηστή μιας νύχτας, και της φερόταν με έναν τρόπο τόσο κολακευτικό ώστε να κρατήσει την καλύτερη ανάμνηση από αυτόν. Η μαγεία δεν απέρρεε από τη μία ή από την άλλη, όσο γοητευτικές και αν ήταν, αλλά από τον αστερισμό που σχημάτιζαν όλες μαζί, συνδεδεμένες με τους κρίκους της ίδιας αναζήτησης. Ο Γκάμπριελ δεν ήταν συλλέκτης γυναικών αλλά συλλέκτης ενάρξεων.

Εκδόσεις ΑΣΤΑΡΤΗ

Φωτογραφία: arhadetruit

Creative Commons