Ο κόσμος της Χριστίνας – Αλεξάνδρα Μπούρα

Η όψη του σπιτιού είναι βλοσυρή. Τα παράθυρα και οι πόρτες συσπώνται αφύσικα, σχηματίζοντας αλλόκοτες γκριμάτσες. Το παιδί μεγαλώνει  και ψηλώνει. Το σπίτι όλο και μικραίνει, οι τοίχοι κονταίνουν και οι διάδρομοι στενεύουν. Η μητέρα καθισμένη –πάντοτε καθισμένη- μπροστά στο παράθυρο, μια αιώνια μορφή σιβυλλική. Μόνο τα μαλλιά της μακραίνουν, πέφτουν γκρίζα και κυματιστά πάνω στα μαύρα της ρούχα. Χύνονται τα μαλλιά της μητέρας στο πάτωμα, ένας ασημένιος ποταμός που διασχίζει την κουζίνα. Το παιδί πανικοβάλλεται, γιατί δεν ξέρει να κολυμπά. Να ανοίξει το παράθυρο! Αλλά το πόμολο είναι σκουριασμένο και δε γυρνά. Να σπάσει το τζάμι! Αλλά τα παράθυρα στο σπίτι που όλο μικραίνει, δεν έχουν τζάμια.

Τα δάχτυλα της μητέρας είναι γκρίζα, παγωμένα και μακριά, γεμάτα κόμπους και τα νύχια της σπασμένα κοχύλια. Ροζιασμένα, όλο και μπλέκονται, χώνονται βαθιά στο πάτωμα και ριζώνουν. Ρίζες τα δάχτυλα της μητέρας, και τα χέρια της δύο μαραμένα καλάμια.

Τα παράθυρα στο σπίτι που όλο μικραίνει δεν έχουν τζάμια κι έτσι το σπίτι γεμίζει με μύγες. Οι μύγες είναι κακές και βρωμερές. Όλο ραδιουργούν τρίβοντας τα λεπτά τους πόδια και πεινασμένες ψάχνουν λαίμαργα πάνω στα γυάλινα μάτια της μητέρας. Στο παιδί δεν αρέσουν οι μύγες. Πρέπει συνέχεια να τις σκοτώνει, γιατί αλλιώς θα φάνε τη μητέρα. Όμως το σπίτι όλο και μικραίνει και το πάτωμα έχει πια γεμίσει με σκοτωμένες μύγες.

Ύστερα έρχεται η Νύχτα. Το παιδί ζωγραφίζει έναν ήλιο στον τοίχο και τον ανάβει. Όμως το φως προσελκύει τις μύγες κι έτσι το παιδί αναγκάζεται να σβήσει τον ήλιο. Κι έτσι, τυλιγμένο στη μεταφυσική ασφάλεια του σκοταδιού, πάνω από τη ρυθμική αναπνοή του σπιτιού που κοιμάται, το παιδί νομίζει καμιά φορά πως ακούει τις καμπάνες μιας μακρινής εκκλησίας. Είναι η τυφλή μουσική των αστεριών.

Ανέκδοτο.

Φωτογραφία: Christina’s World – Andrew Wyeth