Μόνο ο αέρας ακουγόταν – Ευγενία Μπογιάνου

Ο Σπύρος – μισητό όνομα, δεν ήθελε να το θυμάται- την εγκατέλειψε ύστερα από δέκα χρόνια, τα καλύτερα της ζωής της. Ερωτεύτηκε, έτσι της είπε, και μάλιστα ορθά κοφτά, χωρίς σούξου μούξου. Με θηριώδη ειλικρίνεια –ένα μνημείο εγωισμού- της πέταξε την απόρριψη σαν μια χούφτα σκατά στα μούτρα, της ζήτησε μια υποκριτική συγγνώμη –τι πάει να πει συγγνώμη;- και έκλεισε την πόρτα πίσω του χωρίς δισταγμό. Τον άκουσε με όλο της το κορμί, τα λόγια του αντήχησαν σαν χτύπημα, σαν πτώση, δεν άφησαν τίποτα στη θέση του, τίποτα δεν έμεινε άθικτο, τίποτα δεν θα ήταν ποτέ ξανά όπως πριν. Βιαζόταν κιόλας, όλα αυτά ειπώθηκαν στα γρήγορα, από υποχρέωση, με το βλέμμα ήδη στραμμένο αλλού. Ένα αλλού που την πονούσε σαν αγκάθι στην πατούσα. Η Στέλλα δεν ήταν πια η Στέλλα, ήταν μια δυσάρεστη εκκρεμότητα, με την οποία ήθελε να τελειώνει μια ώρα αρχύτερα. Να τελειώνει εδώ, για να συνεχίσει αλλού. Γρήγορα, όσο πιο γρήγορα γινόταν, να ξεχάσει, γρήγορα, να γυρίσει σελίδα, να διαβάσει νέες λέξεις, χαρούμενες, άφθαρτες, γρήγορα, να δει το νέο έργο στην οθόνη που υπόσχεται καινούργιες συγκινήσεις. Ποιος μπορεί να αντισταθεί στις καινούργιες συγκινήσεις; Και γιατί θα έπρεπε;

Εκείνη αποζητούσε τη βραδύτητα. Ήθελε να καταλάβει. Πάντα το είχε αυτό, όταν κάτι την έπιανε εξαπίνης, προσπαθούσε να το χωνέψει αποδομώντας το. «Και η κοινή μας ζωή, πώς είναι δυνατόν να καταργήσουμε έτσι, χωρίς καμιά προετοιμασία, την κοινή μας ζωή;» Η κοινή τους ζωή, ένας προσφιλής νεκρός που εκείνος ήθελε στα γρήγορα να παραχώσουν στη γη. Αυτή όμως είχε ανάγκη το ξενύχτι στο προσκεφάλι του νεκρού, την τελετή, ήθελε να θρηνήσει, να ουρλιάξει από πόνο, να καταραστεί τα θεία και τα ιερά, να φάει χώματα. Έτσι ήθελε να πενθήσει. Και δεν μπόρεσε.

Όταν λίγες μέρες μετά, ένα βράδυ, τυχαία, τον είδε από μακριά με την άλλη, πρόλαβε να κρυφτεί πίσω από ένα περίπτερο και είχε όλο τον χρόνο δικό της για να τους παρατηρήσει. Να τη, αυτή η μυθική άλλη, είναι μια κοπελίτσα μισή μερίδα με κοντά μαύρα μαλλιά και μεγάλη περιφέρεια, τον κρατάει απ’ το χέρι σαν να είναι τρόπαιο και του μιλάει με έντονες χειρονομίες κάνοντάς τον να γελά. Ίσως εκεί να κρίθηκε όλο το παιχνίδι, σ’ αυτό το γέλιο που βγαίνει σαν χείμαρρος απ’ τα χείλη του.

Εκδόσεις Μεταίχμιο