Μετάνοια – Αλεξάνδρα Μπούρα

Ξαπλωμένη στο άδειο δωμάτιο περιμένω τους πέτρινους ίσκιους.
Ανυπόφορες ώρες, θολές, πληγές οι σκέψεις γεμάτες.
Χύνεται το σκοτάδι, βουβό και άμορφο. Περιμένω.
Στέκονται στη γωνία, ακίνητοι και επιβλητικοί.
Θα παρακαλέσω, θα συρθώ στο πάτωμα, θα φωνάξω πως λυπάμαι- λυπάμαι πολύ.
Ανοίγω το παράθυρο, η δροσερή ανάσα της νύχτας.
Οι άνθρωποι ανύποπτοι, χαμένοι μεσ’ στης πόλης το ταξίδι, και τ΄αστέρια βίαια
στροβιλίζονται στις θλιβερές τροχιές του.
Στις παγωμένες ερημιές του σύμπαντος άφησα την ψυχή μου να περιπλανηθεί.

Πίσω στην κλειστοφοβική στενότητα του δωματίου, δεν έχει χώρο μέσα μου.
Τσακισμένη στο πάτωμα, μια χλωμή κούκλα με εξαρθρωμένα μέλη.
Πώς περιμένω τη βροχή να γεννηθώ. ..να κυλήσει στις άψυχες φλέβες της γης.
Θα πλάσω την όψη σου με λάσπη και τα μαλλιά σου σάπια φύλλα.
Και οι άγγελοι, με τις βρώμικες φτερούγες τους να σέρνονται στο χώμα,
θα ψιθυρίζουν ψαλμούς σκοτεινούς.

Κρυστάλλινη ανατολή, γλιστρά μέσα απ’ τα σφαλισμένα παράθυρα.
Οι δρόμοι αναπνέουν μετά τη βραδινή καταιγίδα, τυφλοί καθρέφτες κάτω απ’ τον ήλιο.
Ανάλαφρη σαν προσευχή, ντυμένη τη διαύγεια ενός ηλιόλουστου πρωινού,
αποφάσισα να αλλάξω.

 

Ανέκδοτο.

Φωτογραφία: sj_sanders
Creative Commons