Τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα – Pascal Bruckner

Η Ρεβέκα ήταν πολύπλοκη γιατί εξερευνούσε με κάθε λεπτομέρεια τις γωνιές αυτού του κελιού που η ίδια ονόμαζε το πάθος της για μένα. Δεν ήταν όμως πολυδιάστατη: μην εξερευνώντας παρά αυτές τις γωνιές δεν είχε πια κανένα μυστήριο να μου προσφέρει. Αντί να εμπνέεται από δημιουργική ορμή, αφηνόταν να μαραίνεται μέσα στη στείρα ανάλυση των συναισθημάτων της.

Όλα μπορεί κανείς να τα συγχωρέσει σε έναν άνθρωπο, της έλεγα, τη χυδαιότητά του, τη βλακεία του, όλα εκτός από την ανία που σου προκαλεί.

Στον έρωτα, αντίθετα από τη δημοσιοϋπαλληλική ζωή, ο κανόνας της αρχαιότητας είναι ένα μειονέκτημα και η προαγωγή γίνεται αντίστροφα. Η αλήθεια ήταν πως βαριόμουν μέχρι θανάτου πλάι της. Και η ανία είναι ένας σύντροφος που δεν τον ανέχεσαι παρά μόνο στη μοναξιά: γιατί κανείς δε θέλει μάρτυρες αυτή την καταραμένη στιγμή, δε θέλει να δώσει στους άλλους μια ατιμωτική εικόνα του εαυτού του. Κοντά στη Ρεβέκα οι μέρες μού φαίνονταν ατέλειωτες: η καθεμιά τους έφερνε τις ίδιες αγωνίες, το ίδιο πλάκωμα που μας σύντριβε, τις ίδιες πάντα ώρες, με μια κανονικότητα που μας εξόντωνε. Έχετε παρατηρήσει πως η απουσία σημαντικών γεγονότων μας διαλύει με την ηρεμία της όσο και οι πιο βίαιες καταστροφές; Για να ξεφύγω απ’ το σπίτι, έτρεχα στα καφενεία, στις συγκεντρώσεις, τις διαλέξεις, εφεύρισκα επιστημονικά συνέδρια, ραντεβού, το κάθε λεπτό που ξέκλεβα από την κοινή μας ζωή μου φαινόταν εξαίσια απολαυστικό. Η μονοτονία των ίδιων βραδιών, των ίδιων φίλων που τους συναντούσαμε στα ίδια τραπέζια ν’ ανταλλάζουν τις ίδιες κουβέντες, αναγγέλλοντας τα ίδια αποτυχημένα σχέδια με μια ίδια έλλειψη ενθουσιασμού, τα ίδια παμπάλαια αστεία από τα ίδια στόματα, όλα αυτά με αηδίαζαν τόσο που ένιωθα πια μια εφηβική, ζωώδικη λαχτάρα για φυγή. Δεν μπορούσα πια να αντέξω αυτή τη μονότονη και άδεια ζωή, τόσο κοινότοπη, κούφια και βαριά ταυτόχρονα ήθελα κάτι το δυναμικό, το έντονο, το ζωντανό, χωρίς να ξέρω τι ακριβώς. Αυτό το καθημερινό αναμάσημα, αυτό το θλιβερό συνονθύλευμα μικρογεγονότων, γοήτευε τη Ρεβέκα: τα ονόμαζε «περιπέτειες της κοινής ζωής».

Αναγνώριζα πολύ καλά στην αρρώστια της τα συμπτώματα του ζευγαριού: όσο λιγότερο ζει κανείς τόσο λιγότερο ζητάει να ζήσει. Οι σύζυγοι είναι δύο σιαμαίοι, για τους οποίους ο κόσμος, όσο ειρηνικός κι αν είναι, κρύβει πάντα απειλές και ταραχές γι’ αυτό δεν επιτρέπουν στον εαυτό τους παρά μια τόλμη: ν’ ανάψουν την τηλεόραση, να φορέσουν τις παντόφλες τους και να καθίσουν στο τραπέζι. Για μένα η πραγματική αγωνία δεν ήταν τόσο η βεβαιότητα πως θα πέθαινα όσο η αβεβαιότητα για το αν θα έχω ζήσει….

… Έτσι δεν έδινα στα νόμιμα πάθη το όμορφο όνομα του έρωτα. Ήξερα πολύ καλά πως το σύνθημα των μικροαστών: «το ποτήρι μου είναι μικρό, μα είναι δικό μου» χαρακτηρίζει τους εραστές που μένουν μαζί μόνο και μόνο επειδή δε βρίσκουν κάτι καλύτερο. Δεν υπάρχει ούτε ένας τρυφερός σύζυγος ούτε μία ενάρετη συμβία που δε θα εγκατέλειπε στη στιγμή τη φτωχή μονογαμική του σούπα αν του εξασφάλιζαν μια αφθονία ερωτικών συντρόφων και μια ανανέωση του ερωτικού υλικού. Οι σπάνιες εξαιρέσεις αυτού του κανόνα επιβεβαιώνουν τη γενική αρχή του. Κι εσείς ο ίδιος, Ντιντιέ, αγαπάτε την Μπεατρίς, μα αν παρουσιαζόταν μια άλλη, πιο όμορφη, πιο προκλητική, δε θα την παρατούσατε στη στιγμή; Έχετε αντίρρηση; Πώς εξηγείτε τότε την έλξη σας για τη Ρεβέκα …

Εκδόσεις Αστάρτη