Υπαρξιστής – Δήμητρα Παπακωνσταντοπούλου

Τρέχαμε μαζί πολλά απογεύματα του χειμώνα σε κάτι πανεπιστημιακές εγκαταστάσεις της κακιάς ώρας, που ποτέ κανείς δε διαμαρτυρόταν για το ότι δεν υπήρχε φωτισμός τη νύχτα ή φρεάτια στις πλημμύρες ή φύλακες γενικότερα. Το μόνο που μπορούσα να δω με ευκρίνεια ήταν η παγωμένη της ανάσα που έβγαινε λευκή στον ψυχρό αέρα του στίβου εκείνου μετά από πολύωρο εγκλωβισμό σ’ ένα δοχείο 36 °C. Η παγωμένη της ανάσα έβγαινε λευκή κι αν είχε μεγάλο φεγγάρι έβγαινε ασημένια. Όπως ασημένιες ήταν οι γεμάτες νερό, μετά από βροχή, λακκούβες στο στίβο που καθρέφτιζαν το φεγγάρι.

Ένα συγκεκριμένο βράδυ μου ζήτησε να της πιάσω τα μαλλιά κοτσίδα γιατί τα χέρια της είχαν ξυλιάσει και οι τρίχες της μαστίγωναν το πρόσωπό της ενοχλητικά.

«Μπορώ να σ’ τα κάνω πλεξούδα όπως τα έκαναν οι Βίκινγκ» της είπα χαρούμενος κι εκείνη με εμπιστεύτηκε να δημιουργήσω.

Ήμουν πίσω από την πλάτη της. Το φούτερ της ήταν γεμάτο κρύο ιδρώτα και τα μαλλιά της βρίσκονταν σε κατάσταση υστερίας. Φύτρες από δω, φύτρες από κει. Πόσο μου άρεσαν οι φύτρες της. Τα χέρια μου είχαν υποσχεθεί δυσκαμψία μ’ όλη τους τη μεγαλοψυχία και είχαν χάσει την ικανότητα για ακρίβεια. Δεν καταλάβαινα και πολύ την ύπαρξη της αίσθησης αφής πάνω τους. Κάτι είχε συμβεί με το κρύο και τους νευροδιαβιβαστές. Βλάβη.

Της έπλεκα τα μαλλιά στην απέραντη και νεκρική ησυχία. Δεν άκουγες τίποτα άλλο πέρα από μαλλιά να πλέκονται και την ανάσα της. Αργότερα είχα βρει στο μαύρο της τετράδιο αυτό το κείμενο που αναφερόταν στο παραπάνω βράδυ του στίβου:

Υπήρχε γύρω μας σκοτάδι, ησυχία και μια λακκούβα με απόνερα που ήταν ολόλευκη. Έπεφτε πάνω της η αντανάκλαση από το φεγγάρι. Εκείνος με τα ξυλιασμένα του δάχτυλα προσπαθούσε να μου πλέξει τα μαλλιά. Δεν άγγιζε εμένα. Άγγιζε τα μαλλιά μου, αλλά εγώ είχα σταματήσει ν’ αναπνέω. Ο θάνατος με είχε βρει για λίγο. Αν είναι έτσι, όμως, ο θάνατος πρέπει όλοι μας να βιαστούμε να πεθάνουμε. Τρέχαμε. Άκουγα την ανάσα του. Ήταν άγρια. Κουραστήκαμε και εμείς και οι ανάσες μας.

Εκδόσεις Ιωλκός