Η πιο παράξενη πόλη – Γιώργος Παπαμιχαήλ

Με ένα σακίδιο και ένα παγούρι χλιαρό νερό, εξουθενωμένος από τα συνεχή μου γυρίσματα. Απογοητευμένος από την ομοιότητα των οάσεων που συνάντησα, ταραγμένος από την αδιαφορία της δίψας μου προς αυτές. Δεν ξέρω αν αγάπησα την έρημο, ή την προσδοκία του τέλους της. Σίγουρα όμως μίσησα τη ματαιότητα και τη παραπλάνηση της κάθε πυκνής και βλαστώδους στάσης της. Όμορφοι κήποι, τρεχούμενα νερά και ίσως λιγότερος ήλιος. Ελάχιστοι άνθρωποι όμως ακουμπισμένοι μέσα τους. Θα άφηνα κάπου το σακίδιο, θα κοντοστεκόμουν και ίσως για λίγο θα ερωτευόμουν την αλλαγή παραστάσεων, την νίκη του πράσινου επί της ώχρας και της δροσιάς στον καύσωνα. Όμως σύντομα θα επέστρεφα στην άμμο και στον καυτό της ήλιο, και στιγμή δεν θα αναλογιζόμουν την όαση που άφησα πίσω μου. Ίσως ούτε τη θυμόμουν. Εξάλλου, ούτε το παγούρι μου δεν γέμισα με το παγωμένο νερό της, κι’ ας έμενε χλιαρό. Έφτασα όμως λίγο καιρό πριν σε μια πόλη. Κυκλωμένη από ομίχλη, στην μέση του πουθενά. Τυλιγμένη από άμμο και ελάχιστα φωτισμένη από τον ήλιο. Ιδέα δεν έχω αν την βρήκα εγώ η εκείνη υψώθηκε μπροστά μου. Έμοιαζε χαοτική και ασυνήθιστη. Γύρω της είχε τείχη θεόρατα και επιβλητικά. Όμως αν κοίταζες χαμηλά, αν έβλεπες και όχι απλά κοιτούσες, τότε θα έβλεπες  τις βάσεις τους. Ασταθείς, φθαρτές και τρεμάμενες. Αναρωτιόμουν πως στηρίζονται αυτά τα τείχη σε ρίζες σαν κι’ αυτές. Ήταν πολύ εύκολο να βρεθώ ανάμεσα στα σπίτια της. Ξεβαμμένοι τοίχοι, εγκαταλειμμένες αυλές και κλειστές πόρτες. Θα άκουγες ίσως κάποιο γάβγισμα, μακρινές φωνές μη αναγνωρίσιμες. Περιπλανιόμουν στους δρόμους της που ήταν γεμάτοι καπηλειά χαμηλοχτισμένα και γκρίζα. Καπηλειά με άφθονο κρασί, δυνατή μουσική, και αδύναμα φώτα. Το κρασί το λαχταρούσα, τη μουσική τη λάτρευα. Καμία όμως συνοδεία από ανθρώπους. Σηκωνόσουν μόνος να γεμίσεις το ποτήρι σου για βράδια ατέλειωτα. Σαν το κρασί. Ποτέ δεν είδα κανέναν. Σε όποιο καπηλειό κι’ αν πήγα, σε όποιο ταβερνάκι. Μόνο φωτογραφίες. Αμέτρητες φωτογραφίες. Ασπρόμαυρες και μη. Γεμάτες ανθρώπους ντυμένους με χαμόγελα. Όσο μεγαλύτερα τα χαμόγελα, τόσο βαρύτερη κορνίζα για τον ευαίσθητο πέτρινο τοίχο. Στιγμή δεν κουράστηκα να την εξερευνώ. Ήταν θλιβερή και σκοτεινή όμως πανέμορφη. Πραγματικά πανέμορφη και μυστηριώδης, έμοιαζε να ασφυκτιούσε από μυστικά και εξομολογήσεις. Η ομορφιά της πήγαζε από την μοναξιά των δρόμων της και από την ησυχία των πάρκων της. Ξεχυνόταν από κάθε έρημο παγκάκι και έμοιαζε να θέλει να ξεπηδήσει από όλα τα κλειδωμένα παράθυρα. Ήξερε πως με είχε γοητεύσει και κάθε της στροφή μου έδειχνε μία καινούρια γειτονιά της. Πάντοτε όμως φρόντιζε να μου δείξει πως θα είναι για μένα πόλη ξένη. Πως το παρελθόν της είναι άγραφο και το μέλλον της ανύπαρκτο. Πως δεν θέλει κατοίκους στις πλατείες της. Μόνο επισκέπτες, δυστυχείς ή ερωτευμένους, που κάθε κτίριο τους φώναζε “πάρτε το παρόν και φύγετε, αρκεί να είστε μόνοι”.