Φράουστ – Ισίδωρος Ζουργός

Η Μαργαρίτα μπήκε στο ζεστό νερό κι άφησε το σώμα της να γλιστρήσει στην κλίση της μπανιέρας. Σε λίγο ήταν βουτηγμένη μέσα σε αφρό που μοσχομύριζε· ήταν φτιαγμένος από ένα μαγικό μπουκαλάκι δίπλα της, που έμενε ακόμη με ανοικτό το καπάκι. Μάζεψε πίσω τα μαλλιά της και χαλάρωσε. Έτσι όπως ήταν ξαπλωμένη, έψαξε για λίγα λεπτά ηρεμίας. Την αναζητούσε εδώ και ώρες, και τώρα ήταν ευκαιρία. Σήκωσε το ένα πόδι της μέσα από το νερό στον αέρα, το κούνησε λίγο, χάιδεψε το πέλμα και το βύθισε πάλι στις φυτείες του αφρού της μπανιέρας.

Ήταν βράδυ παραμονής Χριστουγέννων και η Μαργαρίτα έκανε αφρόλουτρο στο σπίτι της. Μέσα από το δωμάτιο ακούγονταν τα βήματα του Βίκτορα και η τηλεόραση, που πηδούσε συνεχώς από κανάλι σε κανάλι, από χώρα σε χώρα, σε μια πανσπερμία χριστουγεννιάτικων σόου. Στην κουζίνα, σε μια γωνιά, ξεχώριζε φωτισμένο θαμπά το παραθυράκι του φούρνου· ήταν σκεπασμένο με υδρατμούς.

Ήταν βράδυ παραμονής Χριστουγέννων σε ένα σπίτι ζεστό και στολισμένο, που περίμενε κόσμο. Μια ζέστη ένιωσε η Μαργαρίτα, διαφορετική όμως, όταν βύθισε το μεσαίο δάχτυλο ανάμεσα στα πόδια της. Το λεπτό της δαχτυλίδι, στεφανωμένο αφρούς, πέρασε για μια στιγμή πάνω από την κλειτορίδα. Τσαλάκωσε τη σκέψη της σαν ένα κομμάτι αλουμινόχαρτο και την πέταξε μήνες πριν, όταν εκείνος είχε εξαφανίσει το ίδιο δαχτυλίδι ανάμεσα στα πόδια της πιέζοντάς το βαθιά κι ύστερα το ξανάβγαλε, το κράτησε βρεγμένο ανάμεσα στα δόντια του, με την πέτρα να προεξέχει από τα χείλη, κι έτσι έσκυψε και της το πρόσφερε, για να το φιλήσει. «Για να θυμάσαι…» της είχε πει τότε ο Φραγκίσκος «… την αμαρτία και την ανάγκη της για τελετή».

Έτσι τον ξαναθυμήθηκε εκείνο το βράδυ στο σπίτι της, καθώς περίμεναν κόσμο για το ρεβεγιόν, με τον άντρα της στο διπλανό δωμάτιο να αλλάζει σωρηδόν τα δορυφορικά κανάλια, φίλο του παλιού εραστή της. Αναστέναξε βαθιά χωρίς να ξέρει αν ήταν από ηδονή· άλλωστε ήταν μια λέξη που είχε ξεχάσει εδώ και καιρό. Κοίταξε πάλι το σώμα της…

Εκδόσεις Πατάκη