Ένας γέρος – Κ. Π. Καβάφης

Στου καφενείου του βουερού το μέσα μέρος
σκυμμένος στο τραπέζι κάθετ’ ένας γέρος∙
με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά.

Και μες στων άθλιων γηρατειών την καταφρόνια
σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τα χρόνια
που είχε και δύναμι, και λόγο, κ’ εμορφιά.

Ξέρει που γέρασε πολύ∙ το νοιώθει, το κυττάζει.
Κ’ εν τούτοις ο καιρός που ήταν νέος μοιάζει
σαν χθες. Τι διάστημα μικρό, τι διάστημα μικρό.

Και συλλογιέται η Φρόνησις πώς τον εγέλα∙
και πώς την εμπιστεύονταν πάντα – τι τρέλλα! –
την ψεύτρα που έλεγε∙ «Αύριο. Έχεις πολύν καιρό»

Θυμάται ορμές που βάσταγε∙ και πόση
χαρά θυσίαζε. Την άμυαλή του γνώσι
κάθ’ ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαίζει.

…Μα απ’ το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται
ο γέρος εζαλίσθηκε. Κι αποκοιμάται
σου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι.

Άπαντα – Εκδόσεις Μοντέρνοι Καιροί.

Φωτογραφία: myriapod
Creative Commons