Η πανούκλα – Albert Camus

Ήξερε όμως ότι το χρονικό αυτό δεν μπορούσε να είναι χρονικό τελειωτικής νίκης. Θα ήταν απλώς η μαρτυρία του τι χρειάστηκε να κάνουν οι άνθρωποι, κι ακόμη του τι θα χρειαστεί να ξανακάνουν, ενάντια στον τρόμο και στα ακαταμάχητα όπλα του, ξεχνώντας τον προσωπικό τους σπαραγμό, όλοι οι άνθρωποι που, μην μπορώντας να είναι άγιοι και αρνούμενοι να υποταχθούν στη μάστιγα, πασχίζουν τουλάχιστον να γίνουν γιατροί.

Κι ακούγοντας τις φωνές τις χαράς που ανέβαιναν πάνω από τη πόλη, Ο Ριέ θυμήθηκε πως αυτή η χαρά δεν είναι ποτέ ανέφελη. Γιατί ο Ριέ γνώριζε κάτι που το αγνοούσε το χαρούμενο πλήθος, κι ας μπορεί κανείς να το βρει στα βιβλία, πως ο βάκιλος της πανούκλας δεν πεθαίνει ούτε χάνεται ποτέ, πως μπορεί να μείνει δεκάδες χρόνια ναρκωμένος στα έπιπλα και στα ρούχα, περιμένοντας υπομονετικά μέσα στα δωμάτια, τα υπόγεια, τα σεντούκια, τα μαντίλια, τα χαρτιά, και πως θα ερχόταν ίσως μια μέρα που η πανούκλα, για να βασανίσει ή για να διδάξει τους ανθρώπους, θα ξυπνούσε πάλι τα ποντίκια της και θα τα έστελνε να ψοφήσουν μέσα σε μια ευτυχισμένη πόλη.

Εκδόσεις γράμματα